συνάθροιση

ουσιαστικό

1. Συγκέντρωση προσώπων σε συγκεκριμένο χώρο για κοινή δραστηριότητα, εκδήλωση, συζήτηση ή διαμαρτυρία.

2. Πράξη ή αποτέλεσμα της συγκέντρωσης και συσσώρευσης στοιχείων, αντικειμένων ή πόρων σε ένα σημείο ή σύνολο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συνάθροιση κόσμου στην πλατεία ήταν ειρηνική.
  • Η συνάθροιση των εθελοντών ξεκίνησε νωρίς το πρωί.
  • Η συνάθροιση δεδομένων από πολλές πηγές βελτίωσε την ανάλυση.
  • Μια μεγάλη συνάθροιση αντικειμένων βρέθηκε στην αποθήκη.
  • Η συνάθροιση συναισθημάτων δημιούργησε ένταση στην ομάδα.