συμφιλίωση
ουσιαστικό1. Επαναφορά φιλικών ή αρμονικών σχέσεων μεταξύ προσώπων, ομάδων ή κρατών μετά από διαφωνία, ρήξη ή σύγκρουση.
2. Πράξη ή διαδικασία επίτευξης συμφωνίας ή συμβιβασμού που εξομαλύνει διαφορές και αποκαθιστά τη συνεργασία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
διαμάχη έριδα σύγκρουση εχθρότητα αποξένωση ρήξη διχόνοια αντιπαράθεση διαίρεση έρις αναμέτρηση διένεξη συμπλοκή τσακωμός αγώνας εκδίκηση επεισόδιο μήνυση πάλη διάσταση μονομαχία αγωγή αντίποινα διαξιφισμός διαπληκτισμός καβγάς μάλωμα ξεκαθάρισμα διαφορά χωρισμός αναταραχή πόλεμος αγών αντιπαλότητα μνησικακία πικρία πρόκληση σφαγή σύρραξη μάχη επίθεση καυγάς κανόνι έχθρα αντίκρουση αψιμαχία απειλή βία επιδρομή εξέγερση μακελειό
Παραδείγματα χρήσης
- Η συμφιλίωση των δύο φίλων ήρθε μετά από ειλικρινή συγγνώμη.
- Ένιωσε ότι βρήκε συμφιλίωση με το παρελθόν του και μπόρεσε να προχωρήσει.
- Η συμφιλίωση μεταξύ των κρατών υπογράφηκε παρουσία των ηγετών.
- Ο λογιστής ολοκλήρωσε τη συμφιλίωση των τραπεζικών εγγραφών.
- Το πρόγραμμα στοχεύει στη συμφιλίωση της επαγγελματικής με την προσωπική ζωή των εργαζομένων.