μήνυση
ουσιαστικό1. Επίσημη γραπτή ή προφορική καταγγελία προς τις αρμόδιες αρχές από ιδιώτη, με την οποία ζητείται η δίωξη ή η διερεύνηση ποινικού αδικήματος.
2. Το νομικό μέσο ή η διαδικασία που κινείται κατόπιν της καταγγελίας για την έναρξη ποινικής διαδικασίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπέβαλε μήνυση κατά του εργοδότη του για παράνομη απόλυση.
- Η αστυνομία συνέστησε να καταθέσει μήνυση για να προχωρήσει η έρευνα.
- Απειλεί ότι θα καταθέσει μήνυση αλλά δεν έχει κάνει τίποτα ακόμη.
- Αποσύρθηκε η μήνυση αφού οι δύο πλευρές συμφιλιώθηκαν.
- Η μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση οδήγησε σε δικαστική διαμάχη.