εξομάλυνση

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα του να καταστεί μια επιφάνεια ή δομή πιο ομαλή, με αφαίρεση ανωμαλιών, ισοπέδωση ή διόρθωση ατελειών.

Συνώνυμα

ομαλοποίηση κανονικοποίηση λείανση εξισορρόπηση επιπέδωση εξίσωση απαλοποίηση εκτόνωση καταπράυνση συμφιλίωση εξομοίωση ισοπέδωση σβήσιμο επίλυση επανόρθωση αποσυμφόρηση ισότητα προσαρμογή

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εξομάλυνση του σήματος μείωσε τον θόρυβο.
  • Η εξομάλυνση της επιφάνειας βελτίωσε την εμφάνιση του προϊόντος.
  • Η εξομάλυνση των διακυμάνσεων στην αγορά απαιτεί παρεμβάσεις πολιτικής.
  • Προσπάθησαν για την εξομάλυνση των διπλωματικών σχέσεων μετά τη διαμάχη.
  • Η εξομάλυνση των δεδομένων αποκάλυψε την υποκείμενη τάση.