στέκομαι

ρήμα

1. Βρίσκομαι όρθιος πάνω στα πόδια, διατηρώντας σταθερή στάση χωρίς να κινούμαι.

2. Μένω σε συγκεκριμένη θέση ή τόπο, χωρίς να μετακινούμαι.

3. Υιοθετώ ή εκφράζω συγκεκριμένη στάση ή θέση σχετικά με πρόσωπο, ζήτημα ή κατάσταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δίπλα στο παράθυρο στέκομαι κάθε πρωί.
  • Στον σταθμό στέκομαι μέχρι να έρθει το τρένο.
  • Μετά την προπόνηση δεν στέκομαι καλά στα πόδια μου.
  • Σου στέκομαι στο πλευρό σε ό,τι κι αν χρειαστείς.
  • Στο κείμενο στέκομαι στην παράγραφο που εξηγεί το κύριο σημείο.