παραμονή
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή πράξη του να παραμένει κανείς σε έναν τόπο ή σε θέση για κάποιο χρονικό διάστημα.
2. Η ημέρα ή νύχτα που προηγείται άμεσα μιας γιορτής ή σημαντικού γεγονότος (π.χ. παραμονή Πρωτοχρονιάς).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αναχώρηση αποχώρηση εορτή γιορτή μέρα ταξίδι βόλτα διαδρομή πέρασμα περιοδεία ανταλλαγή αποβολή διέλευση δρομολόγιο εκδρομή εκκένωση εξόρμηση μετακίνηση οδοιπορία παραίτηση περιήγηση φυγή απέλαση αποπομπή διώξιμο μετάβαση οδοιπορικό έξοδος εγκατάλειψη μεταφορά στροφή έξοδο εξαφάνιση πτήση κούρσα περπάτημα αλλαγή απομάκρυνση εξάλειψη εξορία κατάργηση μεταβίβαση περίπατος περιπλάνηση πλεύση υποχώρηση αναστροφή ανατροπή εναλλαγή εξερεύνηση επαναφορά μετατόπιση περιφορά ταξιδάκι τροχιά διαφυγή απόλυση απόδραση εκμηδένιση επίλυση αναθεώρηση αποστασία αποσχισμός μεταστροφή πλοήγηση προαγωγή μεταβολή
Παραδείγματα χρήσης
- Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς μαζευόμαστε όλοι στο σπίτι.
- Η παραμονή στο νοσοκομείο κράτησε τρεις μέρες.
- Η παραμονή των φοιτητών στην πόλη ήταν απαραίτητη για τις εξετάσεις.
- Ζήτησε άδεια για παραμονή πέραν του ωραρίου.
- Για την παραμονή των αλλοδαπών απαιτούνται έγκυρα ταξιδιωτικά έγγραφα.