μπερδεμένος
επίθετο1. Που δεν είναι ξεκάθαρος ως προς τις σκέψεις, τα συναισθήματα ή τα συμπεράσματα και δυσκολεύεται να διασαφηνιστεί.
Συνώνυμα
συγκεχυμένος συγχυμένος απορημένος μπλεγμένος πελαγωμένος συγχυσμένος σαστισμένος ζαλισμένος χαμένος περιπλεγμένος ανακατωμένος αποσβολωμένος σκοτισμένος περίπλοκος πολύπλοκος άδηλος αβέβαιος ασαφής δυσνόητος θολός αποπροσανατολισμένος ασυνάρτητος δαιδαλώδης θολωμένος προβληματισμένος χαοτικός αμήχανος ταραγμένος ακατάστατος αναστατωμένος αναποφάσιστος απροσδιόριστος ταραχώδης αδιευκρίνιστος ακαθόριστος ασάφης διαταραγμένος παράφρων πειραγμένος σύνθετος
Αντώνυμα
σαφής ξεκάθαρος σίγουρος βέβαιος διαυγής ξεμπερδεμένος εύληπτος νηφάλιος ψύχραιμος οργανωμένος κατατοπισμένος αποφασισμένος αποφασιστικός συγκροτημένος κατανοητός ευκρινής ήρεμος λογικός μυαλωμένος σταθεροποιημένος
Παραδείγματα χρήσης
- Είμαι μπερδεμένος με τις οδηγίες που έδωσες.
- Η Μαρία ήταν μπερδεμένη μετά την ανακοίνωση.
- Τα καλώδια πίσω από την τηλεόραση είναι μπερδεμένα.
- Ο λογαριασμός ήρθε μπερδεμένος, δεν ταιριάζουν τα ποσά.
- Είμαστε μπερδεμένοι σχετικά με το πρόγραμμα της εκδρομής.