κατανοητός

επίθετο

1. Που μπορεί να γίνει κατανοητός από κάποιον, επειδή παρουσιάζεται με σαφήνεια ή με τρόπο προσιτό στη σκέψη.

2. Που μεταφέρει την έννοια ή το νόημα ενός μηνύματος με τρόπο τέτοιο ώστε να διευκολύνεται η αφομοίωση και η ερμηνεία των πληροφοριών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καθηγητής εξήγησε το μάθημα με τρόπο που ήταν κατανοητός.
  • Ο λόγος του ήταν κατανοητός και καθόλου ασαφής.
  • Ο θυμός του ήταν κατανοητός λόγω των αδικιών που είχε υποστεί.
  • Ο συλλογισμός της έκθεσης είναι κατανοητός, ακόμα και για αρχάριους.
  • Ο τρόπος παρουσίασης ήταν κατανοητός, γι' αυτό οι συμμετέχοντες κατάλαβαν εύκολα.