χαοτικός
επίθετοΠου χαρακτηρίζεται από έλλειψη τάξης, οργάνωσης ή προβλεψιμότητας και φαίνεται ασταθής ή πολύ μπερδεμένος.
Συνώνυμα
ταραχώδης ακατάστατος ανοργάνωτος ατάκτος ατακτοποίητος μπερδεμένος αναστατωμένος ανεξέλεγκτος αλλοπρόσαλλος παράλογος ασυνάρτητος ακανόνιστος συγχυσμένος άναρχος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το γραφείο του είναι πάντα χαοτικός και κανείς δεν βρίσκει τίποτα.
- Η κατάσταση στο αεροδρόμιο έγινε χαοτικός μετά την ακύρωση των πτήσεων.
- Έκανε μια χαοτικός συνδυασμό ιδεών που δύσκολα παρακολουθούσες.
- Ο δρόμος ήταν χαοτικός λόγω της έντονης κυκλοφορίας.
- Ο τρόπος που μίλησε ήταν χαοτικός, αλλά το βασικό μήνυμα έγινε κατανοητό.