περίπλοκος
επίθετο1. Που έχει πολλά και αλληλεπιδρώντα μέρη ή επίπεδα, με δομή που δυσκολεύει την κατανόηση, την ανάλυση ή την οργάνωση.
Συνώνυμα
πολύπλοκος σύνθετος πολυσύνθετος δαιδαλώδης πολυδαίδαλος λαβυρινθώδης λαβυρινθικός δυσνόητος εμπλεγμένος περιπλεγμένος μπερδεμένος πολυεπίπεδος δύσκολος δυσχερής προβληματικός ζόρικος συγκεχυμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πρόβλημα είναι περίπλοκο και απαιτεί προσεκτική ανάλυση.
- Η προσωπικότητά της είναι περίπλοκη και δύσκολα την καταλαβαίνεις.
- Ο σχεδιασμός του συστήματος είναι περίπλοκος αλλά αποδοτικός.
- Η νομική διαδικασία ήταν περίπλοκη και χρονοβόρα.
- Τα σχέδια ήταν περίπλοκα, όμως τελικά λειτούργησαν.