χαμένος
επίθετο1. Που δεν βρίσκεται ή δεν μπορεί να εντοπιστεί στην αναμενόμενη ή συνηθισμένη θέση του, είτε πρόκειται για αντικείμενο είτε για πρόσωπο.
2. Που σε ανταγωνιστική δοκιμασία δεν κερδίζει ή έχει υποστεί ήττα.
Συνώνυμα
αγνοούμενος απολεσμένος ηττημένος αποπροσανατολισμένος μπερδεμένος σπαταλημένος εξαφανισμένος περιπλανώμενος πεπλανημένος απολωλός αφηρημένος εγκαταλελειμμένος ερειπωμένος καταδικασμένος απελπισμένος αβοήθητος αποσβολωμένος ατυχής πελαγωμένος συγχυσμένος ξεχασμένος λησμονημένος τελειωμένος συλλογισμένος
Αντώνυμα
εντοπισμένος παρών νικητής προσανατολισμένος αποδοτικός σωσμένος ευρεθείς διασωθείς πρωταθλητής λυτρωμένος νικηφόρος συγκροτημένος διατηρημένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο χαμένος πεζοπόρος βρέθηκε κοντά στο μονοπάτι.
- Η χαμένη βαλίτσα εμφανίστηκε στον σταθμό.
- Το κλειδί ήταν χαμένο όλη μέρα και το βρήκα μόλις το βράδυ.
- Αν και προσπάθησε πολύ, τελικά ήταν ο χαμένος του διαγωνισμού.
- Ο κόπος του πήγε χαμένος όταν ακύρωσαν το έργο.
- Με τους νέους όρους, πολλοί εργαζόμενοι αισθάνονται χαμένοι.