οργανωμένος

επίθετο

1. Που παρουσιάζει τάξη και συστηματική διάταξη, με δομή και σαφή κατανομή στοιχείων ή χώρων.

2. Που δρα ή λειτουργεί με σχέδιο, προγραμματισμό και μέθοδο, εξασφαλίζοντας αποτελεσματικότητα και συνέπεια.

Συνώνυμα

τακτοποιημένος δομημένος διαρθρωμένος συστηματικός μεθοδικός συγκροτημένος οργανωτικός προετοιμασμένος προγραμματισμένος κανονισμένος συντονισμένος προσεγμένος μελετημένος ολοκληρωμένος προμελετημένος τακτικός επιμελής στρωμένος πειθαρχημένος σχεδιασμένος

Αντώνυμα

ανοργάνωτος ακατάστατος άτακτος χαοτικός πρόχειρος απροετοίμαστος ατακτικός ασυνάρτητος μπερδεμένος ασυντονισμένος αναρχικός απρογραμμάτιστος αταξινόμητος συγκεχυμένος αλλοπρόσαλλος ανεξέλεγκτος αφηρημένος ασυνεπής χαοτικοποιημένος αχαλίνωτος μπερδετικός

Παραδείγματα χρήσης

  • Είναι πολύ οργανωμένος στη δουλειά του και ποτέ δεν χάνει προθεσμίες.
  • Η εκδήλωση ήταν καλά οργανωμένη, με ξεκάθαρο πρόγραμμα και εθελοντές.
  • Παρουσίασε ένα οργανωμένο σχέδιο δράσης για την αντιμετώπιση της κρίσης.
  • Οι οργανωμένοι εθελοντές ανέλαβαν τη διανομή τροφίμων στις πληγείσες περιοχές.
  • Οι οργανωμένες προσπάθειες της ομάδας οδήγησαν σε άμεσο αποτέλεσμα.