λογικός
επίθετο1. Που σχετίζεται με τη λογική ή τον νου και εκφράζει ικανότητα συλλογιστικής και αιτιολόγησης.
2. Που είναι συνεπές και συνάδει με αρχές ορθής σκέψης, χωρίς αντιφάσεις στις συλλογιστικές διεργασίες.
Συνώνυμα
ορθολογικός εύλογος μυαλωμένος συνετός φρόνιμος ορθός συνεπής σωστός συλλογιστικός νουνεχής ορθολογιστικός συγκροτημένος σώφρων ικανοποιητικός νοήμων συνεκτικός πρακτικός ανάλογος λογικοφανής προσιτός ψύχραιμος σοβαρός νηφάλιος ρεαλιστικός ώριμος αναλυτικός ισορροπημένος παραδεκτός προσγειωμένος
Αντώνυμα
παράλογος ανορθολογικός αλογικός τρελός άλογο γελοίος αδιανόητος μωρός παλαβός παράδοξος ασυνάρτητος βλακώδης μανιακός παράφρων ανόητος ηλίθιος κουτός εξωφρενικός αυθαίρετος απίστευτος απίθανος υπερβολικός βλάκας θαυματουργός σαστισμένος ακραίος αλλοπρόσαλλος ανισόρροπος διαταραγμένος ελαφρόμυαλος θολωμένος ιδιότροπος μυστικιστικός πειραγμένος συναισθηματικός παρορμητικός παρανοϊκός μαγικός μπερδεμένος εξωπραγματικός συγκεχυμένος παθολογικός υστερικός φανατικός άτοπος
Παραδείγματα χρήσης
- Η λογική απόφαση έσωσε χρόνο και πόρους.
- Είναι λογικός άνθρωπος και σπάνια χάνει την ψυχραιμία του.
- Το συμπέρασμα ήταν λογικό και αναμενόμενο.
- Στο μάθημα της φιλοσοφίας μελετήσαμε τη λογική.
- Μπορείς να το εξηγήσεις λογικά;
- Οι λογικοί συλλογισμοί συνέβαλαν στην επίλυση του προβλήματος.