κατάρρευση
ουσιαστικό1. Απώλεια της δομικής σταθερότητας μιας κατασκευής ή μέρους της, που προκαλεί ξαφνική πτώση ή διακοπή της ακεραιότητάς της.
Συνώνυμα
χρεοκοπία κραχ κατρακύλα πτώση συντριβή διάλυση καταστροφή ερείπωση αποτυχία κρίση αποσάθρωση αστοχία ήττα αποδιοργάνωση υποχώρηση δυσλειτουργία αποσύνθεση καταποντισμός παρακμή κατάπτωση θρυμματισμός συντριμμός ανακοπή κάθοδος συντέλεια υποβάθμιση ύφεση βουτιά εξάντληση επιδείνωση θραύση καθίζηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κατάρρευση του κτιρίου προκάλεσε πανικό στο πλήθος.
- Η κατάρρευση της οικονομίας οδήγησε σε μαζική ανεργία.
- Μετά από εβδομάδες έντονου άγχους, υπέστη κατάρρευση και εισήχθη στο νοσοκομείο.
- Η κατάρρευση του δικτύου κράτησε ώρες και παρέλυσε τις υπηρεσίες.
- Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων ενίσχυσε την πολιτική αστάθεια.