κάθοδος
ουσιαστικό1. Κίνηση ή μεταφορά προς τα κάτω ή από υψηλότερο σε χαμηλότερο σημείο.
2. Μείωση ή πτώση στο ύψος, στην ποσότητα, στην ένταση ή στο επίπεδο μιας τιμής, μέτρου ή κατάστασης.
Συνώνυμα
κατάβαση κατέβασμα κατρακύλα πτώση κατήφορος άφιξη υποβιβασμός βουτιά καθίζηση εισβολή κατάρρευση προσγείωση κατρακύλισμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κάθοδος στο φαράγγι ήταν απότομη και χρειάστηκε σχοινί.
- Η κάθοδος των προσφύγων στο λιμάνι συγκέντρωσε την προσοχή των ΜΜΕ.
- Η κάθοδος της ομάδας στη δεύτερη κατηγορία προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
- Η συνεχής κάθοδος της θερμοκρασίας οδήγησε σε παγετό.
- Η κάθοδος του ήλιου πίσω από τα σύννεφα ήταν θεαματική.