ησυχάζω
ρήμα1. Παύω να κάνω θόρυβο και γίνομαι σιωπηλός ή λιγότερο ανήσυχος.
2. Προκαλώ ή οδηγώ κάποιον ή κάτι σε κατάσταση ηρεμίας και σιωπής.
3. Διακόπτω δραστηριότητα ή επιμέλεια και παραμένω σε ανάπαυση ή αδράνεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
θορυβώ αναστατώνω ανασταίνομαι ταράζω ταράζομαι ανησυχώ διαταράσσω αγχώνομαι εκνευρίζω μεριμνώ φωνάζω εκρήγνυμαι τρομάζω τρελαίνω αγωνιώ αναστατώνομαι αναταράσσω μουγκρίζω πρήζω ταράσσω σφαδάζω ενοχλώ ξεσηκώνω βασανίζω εγείρομαι ξεσαλώνω σπαράζω στενοχωριέμαι στροβιλίζομαι ταρακουνώ φουντώνω τρέχω τρελαίνομαι κυνηγάω θυμώνω φρικάρω ανακατεύομαι αλωνίζω ανακινώ ανατριχιάζω εκνευρίζομαι ξεκαρδίζομαι ξεσηκώνομαι παραληρώ στριφογυρίζω στροβιλίζω μαλώνω χτυπιέμαι κουνιέμαι κλαίω πολεμάω ανασκαλεύω απασχολούμαι παραπονιέμαι
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν διαβάζω, ησυχάζω για να μπορέσω να συγκεντρωθώ.
- Μετά την έντονη συζήτηση, σιγά-σιγά ησυχάζω και η καρδιά μου ηρεμεί.
- Παρακαλώ, ησυχάστε, η ομιλία πρόκειται να αρχίσει.
- Μόλις έσβησαν τα φώτα, το κοινό ησυχάζει και ακούγεται μόνο η μουσική.
- Μου είπε να ησυχάζω όταν αγγίζω προσωπικά του θέματα.