βολεύομαι

ρήμα

1. Βρίσκομαι ή τακτοποιώ τον εαυτό μου σε συνθήκες που μου είναι εύκολες, άνετες ή κατάλληλες.

2. Προσαρμόζομαι σε μια κατάσταση ή σε ένα περιβάλλον ώστε να αισθάνομαι άνετα ή να εξυπηρετούμαι καλύτερα.

Συνώνυμα

τακτοποιούμαι διευθετούμαι κατασταλάζω αράζω στρώνω κανοποιούμαι εξυπηρετούμαι ησυχάζω αναπαύομαι συμβιβάζομαι προσαρμόζομαι χωρώ

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν βολεύομαι να δουλεύω τα πρωινά, γιατί ξυπνάω δύσκολα.
  • Αν βολεύεσαι, μπορούμε να βρεθούμε αύριο το απόγευμα.
  • Με αυτό το πρόγραμμα βολευόμαστε όλοι καλύτερα.
  • Δεν βολεύεται να μένει τόσο μακριά από τη δουλειά του.
  • Το γραφείο βολεύει για δύο άτομα, αλλά όχι για τέσσερα.
  • Προσπαθώ να βολεύομαι με ό,τι έχω μέχρι να βρω κάτι καλύτερο.