εξαφανίζομαι
ρήμα1. Σταματώ να είμαι ορατός ή παρών σε έναν χώρο· χάνεται η εμφανής παρουσία ή το ίχνος μου.
2. Φεύγω ή απομακρύνομαι διακριτικά ή απότομα, χωρίς να ενημερώσω τους άλλους, συνήθως για να αποφύγω επαφή, ευθύνη ή κίνδυνο.
Συνώνυμα
χάνομαι αφανίζομαι ξεκουμπίζομαι σβήνομαι εξαϋλώνομαι εξατμίζομαι διαλύομαι διαφεύγω ξεγλιστράω κρύβομαι εκλείπω βυθίζομαι χάνω λείπω αγνοούμαι δραπετεύω καταλείπω κρύπτω πεθαίνω εκφεύγω εξοντώνομαι σκορπίζομαι φεύγω ξεφεύγω αποσύρομαι αποχωρώ αναχωρώ καταστρέφω σταματάω αποθνήσκω απουσιάζω βουλιάζω καταστρέφομαι διαγράφομαι ελλείπω καταποντίζομαι
Αντώνυμα
εμφανίζομαι φαίνομαι υπάρχω ξαναέρχομαι βλέπομαι διασώζομαι διατηρούμαι εκδηλώνομαι εντοπίζομαι επανέρχομαι πετάγομαι σώζομαι φανερώνομαι διαφαίνομαι ξεμυτίζω αναδύομαι ξεπροβάλλω παρουσιάζομαι αποκαλύπτομαι βγαίνω ακούγομαι βρίσκομαι γυρνώ είμαι απομένω ξαναγίνομαι κυκλοφορώ γυρίζω διαμορφώνομαι επικρατώ αναβιώνω διαβιώνω επανακάμπτω κείτομαι προβάλλομαι έρχομαι μένω παραμένω μπαίνω γεννιέμαι αναπτύσσομαι κατοικώ σχηματίζομαι υπολείπομαι απευθύνομαι καταφθάνω παρευρίσκομαι τρυπώνω
Παραδείγματα χρήσης
- Ξαφνικά, μέσα στην ομίχλη, εξαφανίζομαι και κανείς δεν μπορεί να με βρει.
- Όταν νιώθω άγχος σε μεγάλες παρέες, εξαφανίζομαι και προτιμώ να μένω στην άκρη.
- Μετά από λίγη δημοσιότητα, αν δεν συνεχίσω να δουλεύω, εξαφανίζομαι από τα πρωτοσέλιδα.
- Στο παιχνίδι του κρυφτού, εξαφανίζομαι τόσο καλά που μου παίρνει ώρες να με βρουν.
- Ως απειλούμενο είδος, εξαφανίζομαι αν καταστραφεί το βιότοπό μου.