λείπω

ρήμα

1. Δεν βρίσκεται κάποιος ή κάτι σε τόπο ή περίσταση όπου αναμένεται ή πρέπει να βρίσκεται.

2. Δεν υπάρχει σε ένα σύνολο το στοιχείο που αναμένεται ή απαιτείται, με αποτέλεσμα έλλειψη σε σχέση με το πλήρες σύνολο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αύριο λείπω από το γραφείο.
  • Ο Μάρκος λείπει σήμερα από τη δουλειά.
  • Μου λείπεις πολύ.
  • Στο παζλ λείπει ένα κομμάτι.
  • Στη συνταγή λείπει αλάτι, δοκίμασε να προσθέσεις λίγο.