αγνοούμαι

ρήμα

1. Να γίνομαι αντικείμενο αδιαφορίας ή μη προσοχής από άλλους, ώστε να μην λαμβάνομαι υπόψη ή να παραβλέπομαι.

2. Να μην καταγράφεται ή να μην γίνεται γνωστή η ύπαρξη, η κατάσταση ή τα στοιχεία κάποιου/κάτιου, με αποτέλεσμα να παραμένουν άγνωστα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στις συσκέψεις, συχνά αγνοούμαι από τους συναδέλφους μου.
  • Παρά τις εξηγήσεις που έδωσα, αγνοούμαι από την επιτροπή.
  • Μετά τον σεισμό, για ώρες αγνοούμαι και οι δικοί μου είναι ανήσυχοι.
  • Στον κατάλογο των συμμετεχόντων, φαίνεται ότι αγνοούμαι κατά λάθος.
  • Παρά τις προειδοποιήσεις, αγνοούμαι και το πρόβλημα χειροτερεύει.