βλέπομαι

ρήμα

1. Γίνομαι αντιληπτός με την όραση· είμαι ορατός σε κάποιον ή σε κάτι.

2. Έρχομαι σε τακτική επαφή ή συναντήσεις με κάποιον, συχνά με ερωτικό ή φιλικό υπόβαθρο (π.χ. «βλεπόμαστε» με κάποιον).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο σκοτεινό δωμάτιο δεν βλέπομαι καθόλου.
  • Με το καινούριο φόρεμα βλέπομαι διαφορετικά στον καθρέφτη.
  • Ως ομιλητής, βλέπομαι από όλη την αίθουσα.
  • Στη φωτογραφία προφίλ βλέπομαι πιο νέα.
  • Με το κοντό κούρεμα βλέπομαι πιο νέος.
  • Με το μακιγιάζ σήμερα βλέπομαι πιο φρέσκια.