ελλείπω

ρήμα

1. Να μην βρίσκομαι παρών σε έναν χώρο, μια συνάντηση ή μια δραστηριότητα.

2. Να μην υπάρχει ή να μην επαρκεί κάποια ποσότητα, στοιχείο ή πόρος που είναι αναγκαίος ή αναμενόμενος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης ελλείπει από τη συνάντηση σήμερα.
  • Στον φάκελο ελλείπουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά.
  • Μας ελλείπουν ακόμη πόροι για να ολοκληρώσουμε το έργο.
  • Στην αίτηση ελλείπει η υπογραφή του αιτούντος.
  • Αν ελλείψουν στοιχεία, η αίτηση θα απορριφθεί.