βγάζω
ρήμα1. Αφαιρώ κάτι από μέσα, από πάνω ή από κάποια θέση και το απομακρύνω ή το τοποθετώ έξω από το αρχικό του σημείο.
2. Προκαλώ ή παράγω την εμφάνιση, την έκδοση ή την εκπομπή κάποιου αποτελέσματος, προϊόντος ή φαινομένου (π.χ. καρποί, ήχοι, φως).
Συνώνυμα
αφαιρώ γδύνω εκδύω φωτογραφίζω τραβάω εκδίδω κερδίζω κονομώ συμπεραίνω εκφωνώ ανασύρω ξεφλουδίζω κατεβάζω εξάγω απομακρύνω ξεκουμπώνω παράγω εκπέμπω φωνάζω αποκομίζω αποσπώ ξεφορτώνω παίρνω αποδίδω αναδεικνύω προβάλλω εξορύσσω αποβάλλω αποσύρω ξεπλένω ξεσκεπάζω αποκαλύπτω αποτυπώνω αντέχω τραβώ εμφανίζω αδειάζω αντεπεξέρχομαι αντλώ εκλέγω εκφορτώνω ξεθάβω ξελασπώνω ξεριζώνω ξηλώνω εκβάλλω φέρνω σηκώνω καθαρίζω παρουσιάζω ξεράω απενεργοποιώ αποσυνδέω γεννώ εκδηλώνω εξαιρώ παραλείπω υπομένω εκλύω ξεβιδώνω ξεσφραγίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί βγάζω το παλτό μου μόλις μπαίνω στο σπίτι.
- Στην εκδρομή βγάζω πολλές φωτογραφίες.
- Με αυτή τη δουλειά βγάζω αρκετά χρήματα.
- Η σόμπα βγάζει πολύ καπνό όταν την ανάβουμε.
- Ο συγγραφέας βγάζει καινούριο βιβλίο κάθε χρόνο.