αποτυχία

ουσιαστικό

1. Μη επίτευξη του επιδιωκόμενου ή αναμενόμενου αποτελέσματος σε ενέργεια, προσπάθεια, έργο ή σχέδιο, με συνέπεια την ανάγκη επανεκτίμησης ή διόρθωσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αποτυχία στην εξέταση τον απογοήτευσε, αλλά συνέχισε να προσπαθεί.
  • Η αποτυχία του συστήματος προκάλεσε διακοπή της υπηρεσίας για ώρες.
  • Μια αποτυχία του πειράματος οδήγησε σε νέα ερευνητικά ερωτήματα.
  • Η αποτυχία του εγχειρήματος ανάγκασε την ομάδα να ανασχεδιάσει το πλάνο.
  • Η αποτυχία μπορεί να γίνει μάθημα αν την αναλύσουμε ψύχραιμα.