αποτυχία
ουσιαστικό1. Μη επίτευξη του επιδιωκόμενου ή αναμενόμενου αποτελέσματος σε ενέργεια, προσπάθεια, έργο ή σχέδιο, με συνέπεια την ανάγκη επανεκτίμησης ή διόρθωσης.
Συνώνυμα
φιάσκο κάζο κόψιμο φιάσκος αστοχία ναυάγιο συντριβή κατάρρευση χάσιμο βλάβη ήττα δυσλειτουργία χαστούρα μπάσιμο γκάφα ανικανότητα ματαίωση πανωλεθρία συμφορά σφάλμα χρεοκοπία
Αντώνυμα
επιτυχία νίκη θρίαμβος επίτευγμα κατόρθωμα άθλος επίδοση επίλυση επικράτηση κούπα υλοποίηση απόδοση επιχείρηση ρεκόρ εντοπισμός επίτευξη θραύση πάταγος προκοπή τρόπαιο ευόδωση εκπλήρωση κατάκτηση πραγματοποίηση υπεροχή τύχη λύση καριέρα λειτουργία τίτλος πρωτάθλημα εκτέλεση εφαρμογή κύπελλο βολή ανεύρεση αποτελεσματικότητα διεκπεραίωση πλήρωση προαγωγή πρωτιά στόχευση συνάρτηση σώσιμο τελείωση άνθηση πρόοδος απογείωση έπαθλο διακανονισμός επάρκεια εύρεση ικανοποίηση πατέντα πρωτοκαθεδρία συνταγή όνειρο κέρδος δίπλωμα προοπτική δοκιμή κλικ ανάνηψη δραστικότητα ιδεώδες ντιλ
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποτυχία στην εξέταση τον απογοήτευσε, αλλά συνέχισε να προσπαθεί.
- Η αποτυχία του συστήματος προκάλεσε διακοπή της υπηρεσίας για ώρες.
- Μια αποτυχία του πειράματος οδήγησε σε νέα ερευνητικά ερωτήματα.
- Η αποτυχία του εγχειρήματος ανάγκασε την ομάδα να ανασχεδιάσει το πλάνο.
- Η αποτυχία μπορεί να γίνει μάθημα αν την αναλύσουμε ψύχραιμα.