επίτευγμα
ουσιαστικό1. Αποτέλεσμα στοχευμένης προσπάθειας ή δράσης που πραγματοποιεί έναν προκαθορισμένο στόχο, ολοκληρώνοντας κάτι που επιδιώχθηκε.
2. Σημαντική ή αξιοσημείωτη πραγμάτωση που συνεπάγεται υπέρβαση δυσκολιών και δηλώνει ικανότητα, δεξιότητα ή πρόοδο.
Συνώνυμα
επίτευμα κατόρθωμα επιτυχία επίτευξη άθλος κατάκτηση νίκη θρίαμβος κατόρθωση θαύμα ρεκόρ έργο ολοκλήρωση καινοτομία αποτέλεσμα προϊόν
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανακάλυψη του εμβολίου αποτελεί σημαντικό επίτευγμα της ιατρικής.
- Το πτυχίο της ήταν ένα μεγάλο επίτευγμα για την οικογένειά της.
- Η νίκη του συλλόγου θεωρείται συλλογικό επίτευγμα.
- Το να ολοκληρώσει το έργο σε μία εβδομάδα ήταν πραγματικό επίτευγμα.
- Η συμφωνία που τερμάτισε τον πόλεμο αποτέλεσε ιστορικό επίτευγμα για την περιοχή.
- Το να συγχωρείς μετά από προδοσία είναι σπάνιο και θεωρείται ηθικό επίτευγμα.