βολή
ουσιαστικό1. Έξοδος και εκτόξευση βλήματος από όπλο ή άλλο όργανο, μαζί με την πορεία του προς τον στόχο.
2. Ρίψη ή πετάρισμα αντικειμένου με το χέρι ή με μηχανικό μέσο προς κάποιο σημείο ή στόχο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η βολή διαπέρασε τη σανίδα.
- Η βολή του ακοντιστή έφτασε τα ογδόντα μέτρα.
- Μια βολή από το κανόνι σήμανε την έναρξη της γιορτής.
- Κάνε μια βολή — μπορεί να μπει το καλάθι.
- Το περίπτερο βρίσκεται σε βολή από το σπίτι μας.