επίτευξη
ουσιαστικό1. Το αποτέλεσμα της ολοκληρωμένης εκπλήρωσης ενός σκοπού, στόχου ή έργου, που προκύπτει από συστηματική δράση, προσπάθεια ή ικανότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επίτευξη αυτού του στόχου απαιτούσε σκληρή δουλειά.
- Γιορτάσαμε την επίτευξη του ρεκόρ στο πρωτάθλημα.
- Για την επίτευξη της συμφωνίας έγιναν πολλές διαπραγματεύσεις.
- Η επίτευξη αυτονομίας των μαθητών είναι σημαντική για την ανάπτυξή τους.
- Στο πείραμα, η επίτευξη της επιθυμητής θερμοκρασίας ήταν κρίσιμη για τα αποτελέσματα.