απαίσιος
επίθετο1. Που έχει εξαιρετικά κακή ποιότητα, εμφάνιση ή μορφή, ώστε να προκαλεί αποστροφή ή δυσφορία.
2. Που προκαλεί έντονη αηδία ή φρίκη λόγω αισθητικών ή ηθικών χαρακτηριστικών.
Συνώνυμα
φρικτός φριχτός αποκρουστικός αηδιαστικός σιχαμερός βδελυρός αποτρόπαιος φρικιαστικός αντιπαθητικός απαίσια σκατένιος ελεεινός άθλιος χάλια σκάρτος κακός δυσάρεστος άσχημος μιζερός κάκιστος ανατριχιαστικός απαράδεκτος απεχθής απωθητικός τρομαχτικός αντιπαθής αποτροπιαστικός αχρείος μοχθηρός δεινός φοβερός τρομερός τραγικός μισητός χειρότερος καταραμένος σκοτεινός αναθεματισμένος άχαρος ανυπόφορος εφιαλτικός αισχρός ακαλαίσθητος αντιαισθητικός αξιολύπητος εμετικός σιχαρός
Αντώνυμα
υπέροχος θαυμάσιος εξαιρετικός εξαίσιος εκπληκτικός καταπληκτικός φανταστικός εξαίρετος θαυμαστός θεσπέσιος σούπερ τέλεια γαμάτος όμορφος ωραίος ευχάριστος καλός ελκυστικός αρεστός αγαπημένος αγαπητός χαριτωμένος κούκλος άριστος άψογος αξιοθαύμαστος απολαυστικός θεϊκός πανέμορφος συμπαθητικός κουλ ανεκτός δελεαστικός λατρευτός λαχταριστός νόστιμος ευπρόσδεκτος λαμπρός ιδανικός επιθυμητός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καιρός χτες ήταν απαίσιος.
- Η γεύση του φαγητού ήταν απαίσια.
- Ο διευθυντής συμπεριφέρθηκε με απαίσιο τρόπο.
- Οι συνθήκες στο εργοτάξιο ήταν απαίσιες.
- Το δωμάτιο ήταν σε απαίσια κατάσταση.