άχαρος
επίθετο1. Που δεν έχει έντονη γεύση ή άρωμα και δεν προσφέρει γευστική ικανοποίηση.
2. Που στερείται χάρης ή γοητείας, παρουσιάζεται χωρίς αισθητική αρμονία και προκαλεί αίσθηση αμηχανίας ή αδιαφορίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αστείο του ήταν τόσο άχαρο που όλοι σιώπησαν.
- Η γιορτή έγινε σε έναν άχαρο χώρο χωρίς στολισμό ή μουσική.
- Ένιωσε άχαρος όταν αναγκάστηκε να επαναλάβει την εξήγηση.
- Το χαμόγελό της ήταν άχαρο και μη αυθεντικό.
- Οι συζητήσεις στο δείπνο ήταν άχαρες και βαρετές.