αντιαισθητικός

επίθετο

1. Που δεν είναι αισθητικά ευχάριστος στην όψη και προκαλεί δυσάρεστη ή απορριπτική εντύπωση.

2. Που παρουσιάζει ασυνέπεια, κακό γούστο ή κακοτεχνία στο σχήμα, το χρώμα ή την όλη σύνθεση, με αποτέλεσμα να ενοχλεί την αισθητική.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο λεκές στο πουκάμισο ήταν αντιαισθητικός και δύσκολος να αφαιρεθεί.
  • Η αντιαισθητική επιγραφή στην πρόσοψη χαλάει την εικόνα του κτιρίου.
  • Το αντιαισθητικό κιγκλίδωμα στο μπαλκόνι δεν ταιριάζει με την ανακαινισμένη πρόσοψη.
  • Οι αντιαισθητικοί χρωματικοί συνδυασμοί έκαναν το έργο να φαίνεται ερασιτεχνικό.
  • Η συμπεριφορά του στη συζήτηση ήταν αντιαισθητική, κι αυτό απέτρεψε κάθε πιθανή συνεργασία.