σιχαμερός
άλλοΠου προκαλεί έντονη αποστροφή ή αηδία, επειδή είναι πολύ βρόμικος, αποκρουστικός ή απαράδεκτος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ευχάριστος όμορφος ωραίος ελκυστικός αγαπητός καθαρός πεντακάθαρος νοστιμός γοητευτικός χαριτωμένος αξιολάτρευτος θελκτικός κουλ νόστιμος
Παραδείγματα χρήσης
- Η συμπεριφορά του ήταν σιχαμερός και προσβλητική.
- Έκανε ένα σιχαμερός σχόλιο μπροστά σε όλους.
- Το δωμάτιο μύριζε σιχαμερός μετά τη βροχή και τα σκουπίδια.
- Δεν άντεχα να τον βλέπω· μου φαινόταν πραγματικά σιχαμερός άνθρωπος.
- Η αδιαφορία του για τους άλλους ήταν σιχαμερός.