ακαλαίσθητος

επίθετο

Που δεν ανταποκρίνεται σε αισθητικούς κανόνες ή στο γενικό γούστο και προκαλεί δυσάρεστη αισθητική εντύπωση λόγω κακοσχεδιασμού, κακής αρμονίας χρωμάτων, δυσανάλογων σχημάτων ή γενικά πρόχειρης και ασυνάρτητης εμφάνισης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το νέο γλυπτό στην πλατεία είναι ακαλαίσθητο.
  • Η εμφάνισή της στο πάρτι ήταν ακαλαίσθητη.
  • Τα σχόλιά του ήταν ακαλαίσθητα και άκαιρα.
  • Οι διαφημιστικές πινακίδες στο κέντρο είναι ακαλαίσθητες.
  • Οι γείτονες τους χαρακτήρισαν ακαλαίσθητους λόγω της συμπεριφοράς τους.