σιχαρός
επίθετοΠου προκαλεί έντονη αποστροφή ή αηδία λόγω της εμφάνισης, της συμπεριφοράς ή της κατάστασής του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σιχαρός τύπος μας κοίταζε επίμονα στο λεωφορείο.
- Έκανε ένα σιχαρό σχόλιο και χάλασε το κλίμα.
- Τη βρήκε τόσο σιχαρή αυτή η μυρωδιά που βγήκε αμέσως έξω.
- Δεν αντέχω τους σιχαρούς τρόπους του όταν θυμώνει.
- Ήταν μια σιχαρή πράξη να πει ψέματα για να ρίξει την ευθύνη αλλού.