ανακοπή

ουσιαστικό

1. Η κατάσταση ή ενέργεια κατά την οποία σταματά ή αναστέλλεται η συνέχεια της κίνησης, της λειτουργίας ή της εξέλιξης ενός πράγματος ή διαδικασίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ασθενής υπέστη ανακοπή και μεταφέρθηκε αμέσως στο νοσοκομείο.
  • Λόγω τροχαίου υπήρξε ανακοπή της κυκλοφορίας στην εθνική οδό.
  • Ο δικηγόρος κατέθεσε ανακοπή κατά της εκτέλεσης της απόφασης.
  • Η οικονομική κρίση προκάλεσε ανακοπή στην ανάπτυξη της περιοχής.
  • Η ξαφνική ανακοπή της ομιλίας του δημιούργησε αμηχανία στην αίθουσα.