εποπτεία

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή διαδικασία κατά την οποία πρόσωπο, ομάδα ή οργανισμός παρακολουθεί, καθοδηγεί και ελέγχει δραστηριότητες, εργασίες ή πρόσωπα με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής λειτουργίας, της τήρησης κανόνων και της επίτευξης στόχων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εποπτεία του εκπαιδευτικού προγράμματος ανατέθηκε σε έμπειρο σύμβουλο.
  • Τα παιδιά παίζουν στο προαύλιο υπό την εποπτεία των δασκάλων.
  • Η υπηρεσία εγκατέστησε κάμερες για συνεχή εποπτεία των εγκαταστάσεων.
  • Το μουσείο λειτουργεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού.
  • Η εποπτεία των οικονομικών της εταιρείας έχει ανατεθεί σε ανεξάρτητο ελεγκτή.