κομψότητα
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή ποιότητα που χαρακτηρίζεται από εκλεπτυσμένη, αρμονική και μετρημένη αισθητική στην εμφάνιση, στο ντύσιμο ή στη διακόσμηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κομψότητα του φορέματός της τράβηξε όλα τα βλέμματα.
- Αντιμετώπισε την κατάσταση με κομψότητα και ψυχραιμία.
- Η κομψότητα της λύσης στο πρόβλημα ήταν εντυπωσιακή.
- Η κομψότητα του σχεδίου βρίσκεται στην απλότητά του.
- Έκρυψε την αμηχανία του πίσω από μια ψεύτικη κομψότητα.