πρόβλημα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ζήτημα που δημιουργεί δυσκολία, εμπόδιο ή αβεβαιότητα στην επίτευξη ενός σκοπού ή στην ομαλή εξέλιξη μιας υπόθεσης.
Συνώνυμα
ζήτημα θέμα δυσκολία δυσχέρεια μπελάς ανωμαλία παζλ ζητούμενο στενοχώρια μάστιγα περιπλοκή εμπόδιο ζόρι αγκάθι σκόπελος πρόσκομμα ταλαιπωρία πονοκέφαλος άσκηση βλάβη εμπλοκή βάσανο υπόθεση στοίχημα ερώτημα πληγή ενόχληση μπέρδεμα διαταραχή κώλυμα μειονέκτημα μπλέξιμο νόσος πρόκληση γρίφος διατάραξη δυσλειτουργία εκκρεμότητα ελάττωμα αστοχία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπάρχει ένα πρόβλημα με τον υπολογιστή που δεν ανάβει.
- Το οικονομικό πρόβλημα της χώρας χρειάζεται μακροπρόθεσμες λύσεις.
- Το μαθηματικό πρόβλημα στο βιβλίο ήταν πολύ απαιτητικό.
- Το μεγαλύτερο πρόβλημα μας είναι η έλλειψη χρόνου.
- Αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα υγείας που πρέπει να παρακολουθούν οι γιατροί.