φοβητσιάρης
ουσιαστικόΆτομο που φοβάται εύκολα και τείνει να αποφεύγει ρίσκα ή επικίνδυνες καταστάσεις, εκδηλώνοντας δισταγμό και αδυναμία να αντιμετωπίσει περιστάσεις που απαιτούν τόλμη.
Συνώνυμα
δειλός δειλιάρης κότα φοβιάρης κοτόπουλο φοβημένος φοβηρός δειλόψυχος λιποτάκτης κίτρινος ντροπαλός διστακτικός τρεμάμενος σκασμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μην είσαι φοβητσιάρης, δοκίμασέ το μια φορά.
- Ο Παύλος αποδείχτηκε φοβητσιάρης όταν έπρεπε να μιλήσει μπροστά στο κοινό.
- Τον κορόιδευαν λέγοντάς τον φοβητσιάρη, επειδή φοβόταν τα σκυλιά.
- Δεν είμαι φοβητσιάρης, απλώς προτιμώ να σκέφτομαι πριν πάρω ρίσκο.
- Στην εξόρμηση στο βουνό ήταν ο μόνος φοβητσιάρης και αποφάσισε να μείνει στο καταφύγιο.