δειλόψυχος
επίθετο1. Που στερείται θάρρους ή αποφασιστικότητας και φοβάται εύκολα να αντιμετωπίσει δυσκολίες ή κινδύνους.
2. Που επιδεικνύει δισταγμό ή απροθυμία να αναλάβει δράση, ευθύνη ή ρίσκο λόγω φόβου.
Συνώνυμα
δειλός δειλιάρης κρυψίνους κότα άτολμος φοβισμένος φοβικός φοβητσιάρης ψαρωμένος διστακτικός επιφυλακτικός συνεσταλμένος τρομαγμένος υποχωρητικός τρεμάμενος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δειλόψυχος στρατιώτης αρνήθηκε να προχωρήσει.
- Ο φίλος του φάνηκε δειλόψυχος όταν χρειάστηκε να υπερασπιστεί την άποψή του.
- Ο δειλόψυχος έφυγε χωρίς να απολογηθεί.
- Η ομάδα απέτυχε γιατί ο αρχηγός της ήταν δειλόψυχος στις δύσκολες στιγμές.
- Μην είσαι δειλόψυχος, δοκίμασε να ζητήσεις συγγνώμη.