γενναίος
επίθετο1. Που επιδεικνύει θάρρος και αποφασιστικότητα απέναντι στον φόβο, τον κίνδυνο ή τις δυσκολίες.
2. Που αναλαμβάνει ρίσκο ή αποφασιστική δράση για την υπεράσπιση ιδανικών, δικαίων ή άλλων ανθρώπων, χωρίς δισταγμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
δειλός δειλιάρης δειλότατος κοτόπουλο κίτρινος κότα κουνέλι δειλόψυχος τρομαγμένος φοβισμένος φοβητσιάρης κλαψιάρης φοβικός λιποτάκτης σκουλήκι διστακτικός ανασφαλής αναποφάσιστος οπισθοχωρητικός επιφυλακτικός αναβλητικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γενναίος στρατιώτης μπήκε μπροστά για να σώσει τους τραυματίες.
- Η γενναία μητέρα αντιμετώπισε με ψυχραιμία την κρίση.
- Η εταιρεία ανακοίνωσε μια γενναία μείωση τιμών για το νέο προϊόν.
- Πήρε ένα γενναίο ρίσκο επενδύοντας όλο του το κεφάλαιο.
- Οι γενναίοι πυροσβέστες μπήκαν στο φλεγόμενο σπίτι για να σώσουν τα κατοικίδια.