δειλός
επίθετοΠου χαρακτηρίζεται από έλλειψη θάρρους ή αποφασιστικότητας, αποφεύγει το ρίσκο και την ανάληψη ευθυνών μπροστά σε κίνδυνο ή δυσκολία.
Συνώνυμα
λιποψυχος ολιγοψυχος δειλοψυχος κότα δειλόψυχος δειλιάρης δειλιασμένος φοβητσιάρης δειλοκάρδος φοβισμένος φοβικός διστακτικός άβουλος τρεμουλιασμένος ντροπαλός μαλθακός συνεσταλμένος απρόθυμος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μην είσαι δειλός, πες την αλήθεια.
- Η Μαρία φάνηκε δειλή όταν τη ρώτησαν μπροστά στο πλήθος.
- Το σχόλιο του δημοσιογράφου ήταν δειλό και άδικο.
- Ο δειλός αρνήθηκε να υπερασπιστεί τους φίλους του.
- Η απόφασή του να φύγει ήταν δειλή.