άφοβος

επίθετο

1. Που δεν αισθάνεται φόβο ή δέος και δεν επηρεάζεται εύκολα από πιθανό κίνδυνο ή απειλή.

2. Που δρα με αποφασιστικότητα και χωρίς δισταγμό μπροστά σε δύσκολες ή επικίνδυνες καταστάσεις.

Συνώνυμα

ατρόμητος γενναίος ανδρείος θαρραλέος απτόητος τολμηρός τολμητικός θρασύς παλικαρίσιος τσαμπουκαλεμένος μπαρουτοκαπνισμένος ατσαλωμένος αλύγιστος αποφασιστικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο άφοβος στρατιώτης προχώρησε πρώτος στη μάχη.
  • Η άφοβη αναρριχήτρια σκαρφάλωσε χωρίς ενδοιασμούς.
  • Το άφοβο παιδί πήδηξε γρήγορα στο νερό.
  • Οι άφοβοι ακτιβιστές διαδήλωσαν παρά τις απειλές.
  • Η δημοσιογράφος ήταν άφοβη απέναντι στην κριτική και αποκάλυψε το σκάνδαλο.