ατρόμητος
επίθετο1. Που δεν φοβάται μπροστά σε κίνδυνο, δοκιμασία ή απειλή, δείχνοντας θάρρος και αποφασιστικότητα.
2. Που αντιμετωπίζει καταστάσεις χωρίς δισταγμό ή υπερβολικό φόβο, ακόμη και όταν υπάρχει ρίσκο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ατρόμητος ορειβάτης έφτασε στην κορυφή του βουνού χωρίς βοήθεια.
- Η ατρόμητη δημοσιογράφος κάλυψε τη σύγκρουση παρά τον κίνδυνο.
- Το ατρόμητο πλοίο διέσχισε τη θάλασσα μέσα στη φουρτούνα.
- Οι ατρόμητοι πυροσβέστες μπήκαν στο φλεγόμενο κτίριο για να σώσουν τους κατοίκους.
- Κατά την απολογία του, έδειξε ατρόμητο θάρρος.