σκεπτικός
επίθετοΠου δείχνει προσεκτική σκέψη, αμφιβολία ή επιφυλακτικότητα απέναντι σε κάτι.
Συνώνυμα
διστακτικός αναποφάσιστος επιφυλακτικός αρνητικός προβληματισμένος συλλογισμένος καχύποπτος αμφίβολος στοχαστικός μελετηρός μελαγχολικός προνοητικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ήταν σκεπτικός μετά τη συνάντηση και δεν μίλησε πολύ.
- Η φίλη μου έμεινε σκεπτική μπροστά στην πρόταση που της έκαναν.
- Ο πατέρας μου είναι πάντα σκεπτικός όταν ακούει πολύ καλές υποσχέσεις.
- Παρά τις εξηγήσεις, η ομάδα παρέμεινε σκεπτική για το αποτέλεσμα.
- Έδειξε σκεπτικός και ζήτησε περισσότερες λεπτομέρειες πριν αποφασίσει.