αδιαθεσία

ουσιαστικό

Κατάσταση ελαφριάς ή πρόσκαιρης σωματικής δυσφορίας, με αίσθημα ότι κάποιος δεν είναι καλά, χωρίς να αποτελεί απαραίτητα συγκεκριμένη ασθένεια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ένιωσε ξαφνικά αδιαθεσία και κάθισε για λίγο.
  • Η αδιαθεσία του κράτησε όλο το απόγευμα.
  • Παρά την αδιαθεσία, πήγε στη δουλειά.
  • Αν η αδιαθεσία επιμείνει, θα καλέσει γιατρό.
  • Μετά το φαγητό παρουσίασε μια ελαφριά αδιαθεσία.