αμφιβολία
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή αίσθημα αβεβαιότητας και έλλειψης βεβαιότητας σχετικά με την αλήθεια, την εγκυρότητα ή το αποτέλεσμα ενός γεγονότος, ισχυρισμού ή επιλογής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν έχω αμφιβολία ότι θα τα καταφέρεις.
- Τα νέα στοιχεία έθεσαν υπό αμφιβολία την προηγούμενη εκδοχή των γεγονότων.
- Σε περίπτωση αμφιβολίας, ακολουθούμε την πιο συντηρητική προσέγγιση.
- Οι αμφιβολίες μου για την αξιοπιστία της έρευνας αυξήθηκαν.
- Χωρίς αμφιβολία, η απόφαση ήταν η σωστή.