ευχέρεια
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή κατάσταση όπου μια ενέργεια ή δραστηριότητα πραγματοποιείται με μικρή προσπάθεια και χωρίς σημαντική δυσκολία.
2. Εξειδικευμένη ικανότητα ή επιδεξιότητα στην εκτέλεση πράξεων ή στην έκφραση λόγου, που επιτρέπει ομαλή και άνετη απόδοση.
Συνώνυμα
ευκολία άνεση δεξιότητα επιδεξιότητα ευχρηστία διευκόλυνση επιλογή χάρισμα ευπορία ευφράδεια ευγλωττία μαεστρία σβελτάδα ικανότητα ευλυγισία πρακτικότητα διαθεσιμότητα προαιρετικότητα δεξιοτεχνία ρευστότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ευχέρεια των κινήσεών του στο χορό εντυπωσίασε το κοινό.
- Έδειξε μεγάλη ευχέρεια στο πιάνο κατά τη συναυλία.
- Η ευχέρεια της στη γλώσσα έκανε την παρουσίαση πιο πειστική.
- Χάρη στην οικονομική ευχέρεια, μπόρεσε να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο.
- Ο προϊστάμενος είχε την ευχέρεια να εγκρίνει τις δαπάνες χωρίς πρόσθετες διαδικασίες.