σβήσιμο

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα του να σβήνει κάτι, όπως η κατάσβεση φωτιάς ή η διακοπή φωτισμού.

2. Διαγραφή ή απομάκρυνση γραμμάτων, σημείων ή σχεδίων από επιφάνεια, με αποτέλεσμα να μη φαίνεται το αρχικό περιεχόμενο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το σβήσιμο του φωτός έγινε αυτόματα.
  • Το σβήσιμο της φωτιάς χρειάστηκε πολλή προσπάθεια από τους πυροσβέστες.
  • Το σβήσιμο του αρχείου ήταν ατύχημα και έχασα τη δουλειά μου.
  • Φοβήθηκε το σβήσιμο του κινητήρα στην ανηφόρα και σταμάτησε.
  • Το σβήσιμο του μακιγιάζ έγινε με ειδικό ντεμακιγιάζ.
  • Το σβήσιμο των αναμνήσεων από την τραυματική εμπειρία δεν είναι εφικτό.