σβήσιμο
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα του να σβήνει κάτι, όπως η κατάσβεση φωτιάς ή η διακοπή φωτισμού.
2. Διαγραφή ή απομάκρυνση γραμμάτων, σημείων ή σχεδίων από επιφάνεια, με αποτέλεσμα να μη φαίνεται το αρχικό περιεχόμενο.
Συνώνυμα
διαγραφή απαλοιφή απενεργοποίηση κατάσβεση σβησμός κατέβασμα εξαφάνιση εξάλειψη αφανισμός αφαίρεση διακοπή απομάκρυνση αδρανοποίηση αφάνεια εκμηδένιση κλείσιμο σταμάτημα εξασθένηση απόσβεση ακύρωση αναίρεση διακανονισμός εξόφληση κατάργηση καταστολή τερματισμός θάνατος κόψιμο λήθη συγχώρεση αποπληρωμή διώξιμο εξολόθρευση εξομάλυνση θάψιμο λησμονιά ξεμπέρδεμα ουδετεροποίηση παραγκωνισμός παρασιώπηση
Αντώνυμα
ανάφλεξη άναμμα ενεργοποίηση εγγραφή αποτύπωση κάψιμο σπινθήρας χάραγμα αποτύπωμα τατουάζ καταγραφή αναζωπύρωση καταχώρηση εμφάνιση προσθήκη εισαγωγή δημιουργία απεικόνιση καταχώριση σπίθα σημάδι σημείωμα σήμα φλας αναβίωση ενίσχυση επανεμφάνιση επαναφορά ανάσταση εκκίνηση ηχογράφηση σκανάρισμα αναφορά φλόγα ξεκίνημα επανέναρξη
Παραδείγματα χρήσης
- Το σβήσιμο του φωτός έγινε αυτόματα.
- Το σβήσιμο της φωτιάς χρειάστηκε πολλή προσπάθεια από τους πυροσβέστες.
- Το σβήσιμο του αρχείου ήταν ατύχημα και έχασα τη δουλειά μου.
- Φοβήθηκε το σβήσιμο του κινητήρα στην ανηφόρα και σταμάτησε.
- Το σβήσιμο του μακιγιάζ έγινε με ειδικό ντεμακιγιάζ.
- Το σβήσιμο των αναμνήσεων από την τραυματική εμπειρία δεν είναι εφικτό.