αφάνεια

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή ιδιότητα του να μην γίνεται εύκολα αντιληπτό από την όραση ή τις αισθήσεις, να μην παρουσιάζεται εμφανώς.

2. Κατάσταση εξαφάνισης ή απουσίας κάποιου ή κάτι από σημείο ή πεδίο όπου αναμενόταν να υπάρχει.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά την πρωτοφανή επιτυχία, ο τραγουδιστής βγήκε από την αφάνεια.
  • Το παλιό χειρόγραφο βυθίστηκε στην αφάνεια για αιώνες.
  • Η μυστική επιχείρηση κράτησε τον στόλο σε απόλυτη αφάνεια.
  • Το αντικείμενο έγινε αόρατο και χάθηκε στην αφάνεια.
  • Πολλοί ταλαντούχοι καλλιτέχνες παραμένουν στην αφάνεια λόγω έλλειψης ευκαιριών.
  • Η παραδοσιακή τεχνική κινδυνεύει να χαθεί στην αφάνεια της λήθης.