ηχογράφηση
ουσιαστικό1. Διαδικασία καταγραφής ήχου με μηχανικά, ηλεκτρονικά ή ψηφιακά μέσα ώστε να διατηρηθεί, να αναπαραχθεί ή να αναλυθεί.
2. Το αρχείο ή το υλικό που περιέχει τον καταγεγραμμένο ήχο, σε αναλογική ή ψηφιακή μορφή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ηχογράφηση του νέου άλμπουμ τελείωσε χθες.
- Ακούμε προσεκτικά την ηχογράφηση για να διορθώσουμε τα λάθη.
- Η αστυνομία ζήτησε την ηχογράφηση των τηλεφωνικών συνομιλιών.
- Ανακάλυψαν μια παλιά ηχογράφηση που περιείχε συνέντευξη του καλλιτέχνη.
- Για την παράσταση χρειάζεται επαγγελματική ηχογράφηση των διαλόγων.